きょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γεφυροποιία, κατασκευή γέφυρας
  2. 02 γέφυρα
  3. 03 γεφύρωση (π.χ. του χάσματος μεταξύ θεωρίας και πράξης)
  4. 04 διασταυρούμενη σύνδεση

Κλίση

Παρόν (απλό)
架橋する
Παρόν (ευγενικό)
架橋します
Άρνηση (απλή)
架橋しない
Άρνηση (ευγενική)
架橋しません
Παρελθόν (απλό)
架橋した
Παρελθόν (ευγενικό)
架橋しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
架橋しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
架橋しませんでした
Τε-μορφή
架橋して
Δυνητική
架橋できる
Προστακτική
架橋しろ
Βουλητική
架橋しよう
Υποθετική (ば)
架橋すれば