せん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εναέρια γραμμή μεταφοράς ενέργειας, εναέρια καλωδίωση
  2. 02 εναέρια γραμμή (για τρένα, τραμ κ.λπ.), εναέριο σύρμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
架線する
Παρόν (ευγενικό)
架線します
Άρνηση (απλή)
架線しない
Άρνηση (ευγενική)
架線しません
Παρελθόν (απλό)
架線した
Παρελθόν (ευγενικό)
架線しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
架線しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
架線しませんでした
Τε-μορφή
架線して
Δυνητική
架線できる
Προστακτική
架線しろ
Βουλητική
架線しよう
Υποθετική (ば)
架線すれば