そう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αξεσουάρ, προαιρετικός εξοπλισμός εργοστασίου
  2. 02 μετατροπή, εξατομίκευση οχήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
架装する
Παρόν (ευγενικό)
架装します
Άρνηση (απλή)
架装しない
Άρνηση (ευγενική)
架装しません
Παρελθόν (απλό)
架装した
Παρελθόν (ευγενικό)
架装しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
架装しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
架装しませんでした
Τε-μορφή
架装して
Δυνητική
架装できる
Προστακτική
架装しろ
Βουλητική
架装しよう
Υποθετική (ば)
架装すれば