染み
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα λεκές, κηλίδα, μουτζούρα, στίγμα, άλειμμα, σημάδι
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ειδικά ως シミ κηλίδα (στο δέρμα, π.χ. χλόασμα, κηλίδα γήρανσης), ατέλεια, αποχρωματισμός, φακίδα
Παραδείγματα
-
シャツに染みができた。
Έγινε λεκές στο πουκάμισο.
-
この染みはなかなか落ちない。
Αυτός ο λεκές δε βγαίνει εύκολα.
-
昔の恋人との思い出は、心に染みとなって残っている。
Οι αναμνήσεις από τον παλιό μου έρωτα έχουν αφήσει ένα ανεξίτηλο σημάδι στην καρδιά μου.