みとおる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαποτίζω
  2. 02 συγκλονίζομαι βαθιά

Κλίση

Παρόν (απλό)
染みとおる
Παρόν (ευγενικό)
染みとおります
Άρνηση (απλή)
染みとおらない
Άρνηση (ευγενική)
染みとおりません
Παρελθόν (απλό)
染みとおった
Παρελθόν (ευγενικό)
染みとおりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
染みとおらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
染みとおりませんでした
Τε-μορφή
染みとおって
Δυνητική
染みとおれる
Προστακτική
染みとおれ
Βουλητική
染みとおろう
Υποθετική (ば)
染みとおれば