ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαποτίζω, εισχωρώ (για λεκέ, οσμή κ.λπ.), ενσωματώνομαι, εμποτίζω
  2. 02 γίνομαι βαθιά ριζωμένη συνήθεια, γίνομαι δεύτερη φύση

Κλίση

Παρόν (απλό)
染み付く
Παρόν (ευγενικό)
染み付きます
Άρνηση (απλή)
染み付かない
Άρνηση (ευγενική)
染み付きません
Παρελθόν (απλό)
染み付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
染み付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
染み付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
染み付きませんでした
Τε-μορφή
染み付いて
Δυνητική
染み付ける
Προστακτική
染み付け
Βουλητική
染み付こう
Υποθετική (ば)
染み付けば