げる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκληρώνω τη βαφή

Κλίση

Παρόν (απλό)
染め上げる
Παρόν (ευγενικό)
染め上げます
Άρνηση (απλή)
染め上げない
Άρνηση (ευγενική)
染め上げません
Παρελθόν (απλό)
染め上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
染め上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
染め上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
染め上げませんでした
Τε-μορφή
染め上げて
Δυνητική
染め上げられる
Προστακτική
染め上げろ
Βουλητική
染め上げよう
Υποθετική (ば)
染め上げれば