んわり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαλακά, ήπια, απαλά, ευγενικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
柔んわりする
Παρόν (ευγενικό)
柔んわりします
Άρνηση (απλή)
柔んわりしない
Άρνηση (ευγενική)
柔んわりしません
Παρελθόν (απλό)
柔んわりした
Παρελθόν (ευγενικό)
柔んわりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
柔んわりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
柔んわりしませんでした
Τε-μορφή
柔んわりして
Δυνητική
柔んわりできる
Προστακτική
柔んわりしろ
Βουλητική
柔んわりしよう
Υποθετική (ば)
柔んわりすれば