しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βίζα, θεώρηση διαβατηρίου
  2. 02 επικύρωση (π.χ. διαβατηρίου), σφράγιση

Κλίση

Παρόν (απλό)
査証する
Παρόν (ευγενικό)
査証します
Άρνηση (απλή)
査証しない
Άρνηση (ευγενική)
査証しません
Παρελθόν (απλό)
査証した
Παρελθόν (ευγενικό)
査証しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
査証しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
査証しませんでした
Τε-μορφή
査証して
Δυνητική
査証できる
Προστακτική
査証しろ
Βουλητική
査証しよう
Υποθετική (ば)
査証すれば