えいよく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έχω την τιμή, ευνοούμαι, τιμούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
栄に浴す
Παρόν (ευγενικό)
栄に浴します
Άρνηση (απλή)
栄に浴さない
Άρνηση (ευγενική)
栄に浴しません
Παρελθόν (απλό)
栄に浴した
Παρελθόν (ευγενικό)
栄に浴しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
栄に浴さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
栄に浴しませんでした
Τε-μορφή
栄に浴して
Δυνητική
栄に浴せる
Προστακτική
栄に浴せ
Βουλητική
栄に浴そう
Υποθετική (ば)
栄に浴せば