こうりょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκλήρωση της διόρθωσης δοκιμίων

Κλίση

Παρόν (απλό)
校了する
Παρόν (ευγενικό)
校了します
Άρνηση (απλή)
校了しない
Άρνηση (ευγενική)
校了しません
Παρελθόν (απλό)
校了した
Παρελθόν (ευγενικό)
校了しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
校了しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
校了しませんでした
Τε-μορφή
校了して
Δυνητική
校了できる
Προστακτική
校了しろ
Βουλητική
校了しよう
Υποθετική (ば)
校了すれば