かぶがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός κερδίζω εκτίμηση, γίνομαι δημοφιλής
  2. 02 ανεβαίνω σε αξία (μετοχές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
株が上がる
Παρόν (ευγενικό)
株が上がります
Άρνηση (απλή)
株が上がらない
Άρνηση (ευγενική)
株が上がりません
Παρελθόν (απλό)
株が上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
株が上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
株が上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
株が上がりませんでした
Τε-μορφή
株が上がって
Δυνητική
株が上がれる
Προστακτική
株が上がれ
Βουλητική
株が上がろう
Υποθετική (ば)
株が上がれば