かぶがる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποτιμούμαι στην κοινή γνώμη, χάνω την αξία μου (για μετοχές)

Κλίση

Παρόν (απλό)
株が下がる
Παρόν (ευγενικό)
株が下がります
Άρνηση (απλή)
株が下がらない
Άρνηση (ευγενική)
株が下がりません
Παρελθόν (απλό)
株が下がった
Παρελθόν (ευγενικό)
株が下がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
株が下がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
株が下がりませんでした
Τε-μορφή
株が下がって
Δυνητική
株が下がれる
Προστακτική
株が下がれ
Βουλητική
株が下がろう
Υποθετική (ば)
株が下がれば