かぶしき

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μετατροπή σε μετοχές, μετατροπή σε ανώνυμη εταιρεία

Κλίση

Παρόν (απλό)
株式化する
Παρόν (ευγενικό)
株式化します
Άρνηση (απλή)
株式化しない
Άρνηση (ευγενική)
株式化しません
Παρελθόν (απλό)
株式化した
Παρελθόν (ευγενικό)
株式化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
株式化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
株式化しませんでした
Τε-μορφή
株式化して
Δυνητική
株式化できる
Προστακτική
株式化しろ
Βουλητική
株式化しよう
Υποθετική (ば)
株式化すれば