株式
ουσιαστικό | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 μετοχή (σε μια εταιρεία), απόθεμα
Παραδείγματα
-
株式を買います。
Αγοράζω μετοχές.
-
あの会社の株式は人気があります。
Οι μετοχές αυτής της εταιρείας έχουν ζήτηση.
-
もし将来のために投資をするなら、株式も選択肢の一つでしょう。
Αν σκέφτεσαι να επενδύσεις για το μέλλον, οι μετοχές είναι σίγουρα μία από τις επιλογές.