かくしんれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αγγίζω την ουσία (του θέματος), έρχομαι στο κύριο σημείο

Κλίση

Παρόν (απλό)
核心に触れる
Παρόν (ευγενικό)
核心に触れます
Άρνηση (απλή)
核心に触れない
Άρνηση (ευγενική)
核心に触れません
Παρελθόν (απλό)
核心に触れた
Παρελθόν (ευγενικό)
核心に触れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
核心に触れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
核心に触れませんでした
Τε-μορφή
核心に触れて
Δυνητική
核心に触れられる
Προστακτική
核心に触れろ
Βουλητική
核心に触れよう
Υποθετική (ば)
核心に触れれば