かくそう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πυρηνικός εξοπλισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
核武装する
Παρόν (ευγενικό)
核武装します
Άρνηση (απλή)
核武装しない
Άρνηση (ευγενική)
核武装しません
Παρελθόν (απλό)
核武装した
Παρελθόν (ευγενικό)
核武装しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
核武装しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
核武装しませんでした
Τε-μορφή
核武装して
Δυνητική
核武装できる
Προστακτική
核武装しろ
Βουλητική
核武装しよう
Υποθετική (ば)
核武装すれば