核燃料化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εμπλουτισμός πυρηνικού καυσίμου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 核燃料化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 核燃料化します
- Άρνηση (απλή)
- 核燃料化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 核燃料化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 核燃料化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 核燃料化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 核燃料化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 核燃料化しませんでした
- Τε-μορφή
- 核燃料化して
- Δυνητική
- 核燃料化できる
- Προστακτική
- 核燃料化しろ
- Βουλητική
- 核燃料化しよう
- Υποθετική (ば)
- 核燃料化すれば
- Υποθετική (たら)
- 核燃料化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 核燃料化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 核燃料化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 核燃料化しなさい
- Παθητική
- 核燃料化される
- Αιτιατική
- 核燃料化させる