άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατώ κακία, κρατώ μνησικακία

Κλίση

Παρόν (απλό)
根に持つ
Παρόν (ευγενικό)
根に持ちます
Άρνηση (απλή)
根に持たない
Άρνηση (ευγενική)
根に持ちません
Παρελθόν (απλό)
根に持った
Παρελθόν (ευγενικό)
根に持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
根に持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
根に持ちませんでした
Τε-μορφή
根に持って
Δυνητική
根に持てる
Προστακτική
根に持て
Βουλητική
根に持とう
Υποθετική (ば)
根に持てば