根を張る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απλώνω τις ρίζες μου (για δέντρο κ.λπ.)
- 02 ιδιωματισμός ριζώνω (για ιδεολογία κ.λπ.)
- 03 ιδιωματισμός εγκαθίσταμαι, ριζώνω (σε ένα μέρος)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 根を張る
- Παρόν (ευγενικό)
- 根を張ります
- Άρνηση (απλή)
- 根を張らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 根を張りません
- Παρελθόν (απλό)
- 根を張った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 根を張りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 根を張らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 根を張りませんでした
- Τε-μορφή
- 根を張って
- Δυνητική
- 根を張れる
- Προστακτική
- 根を張れ
- Βουλητική
- 根を張ろう
- Υποθετική (ば)
- 根を張れば
- Υποθετική (たら)
- 根を張ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 根を張りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 根を張るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 根を張りなさい
- Παθητική
- 根を張られる
- Αιτιατική
- 根を張らせる