かっこうをつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ομορφαίνω κάτι, καλλωπίζω κάτι, βελτιώνω την εμφάνιση κάτι
  2. 02 προσποιούμαι, κάνω εντύπωση, παίρνω ύφος

Κλίση

Παρόν (απλό)
格好をつける
Παρόν (ευγενικό)
格好をつけます
Άρνηση (απλή)
格好をつけない
Άρνηση (ευγενική)
格好をつけません
Παρελθόν (απλό)
格好をつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
格好をつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
格好をつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
格好をつけませんでした
Τε-μορφή
格好をつけて
Δυνητική
格好をつけられる
Προστακτική
格好をつけろ
Βουλητική
格好をつけよう
Υποθετική (ば)
格好をつければ