かくとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χειροπάλη, συμπλοκή, πάλη, αγώνας σώμα με σώμα
  2. 02 πάλη (με πρόβλημα, καθήκον, κ.λπ.), αγώνας, αντιμετώπιση

Παραδείγματα

  • かれ格闘かくとうきです。

    Του αρέσουν οι πολεμικές τέχνες.

  • かれらはきるために毎日まいにち格闘かくとうしています。

    Αυτοί παλεύουν καθημερινά για να επιβιώσουν.

  • 困難こんなん状況じょうきょうかれても、かれけっしてあきらめずに格闘かくとうつづけました。

    Ακόμα και όταν βρέθηκε σε δύσκολη κατάσταση, συνέχισε να παλεύει χωρίς να το βάζει κάτω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
格闘する
Παρόν (ευγενικό)
格闘します
Άρνηση (απλή)
格闘しない
Άρνηση (ευγενική)
格闘しません
Παρελθόν (απλό)
格闘した
Παρελθόν (ευγενικό)
格闘しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
格闘しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
格闘しませんでした
Τε-μορφή
格闘して
Δυνητική
格闘できる
Προστακτική
格闘しろ
Βουλητική
格闘しよう
Υποθετική (ば)
格闘すれば