けたげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταφέρω το κρατούμενο (ψηφίου, bit κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
桁上げる
Παρόν (ευγενικό)
桁上げます
Άρνηση (απλή)
桁上げない
Άρνηση (ευγενική)
桁上げません
Παρελθόν (απλό)
桁上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
桁上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
桁上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
桁上げませんでした
Τε-μορφή
桁上げて
Δυνητική
桁上げられる
Προστακτική
桁上げろ
Βουλητική
桁上げよう
Υποθετική (ば)
桁上げれば