あんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανησυχώ (για), προβληματίζομαι (για), φοβάμαι
  2. 02 σχεδιάζω, επεξεργάζομαι, επινοώ, εξετάζω, αναλογίζομαι
  3. 03 ερευνώ
  4. 04 χαϊδεύω, τρίβω, χαϊδεύω ελαφρά, κρατώ (τη λαβή του σπαθιού)

Κλίση

Παρόν (απλό)
案ずる
Παρόν (ευγενικό)
案ずます
Άρνηση (απλή)
案ずない
Άρνηση (ευγενική)
案ずません
Παρελθόν (απλό)
案ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
案ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
案ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
案ずませんでした
Τε-μορφή
案ずて
Δυνητική
案ずられる
Προστακτική
案ずろ
Βουλητική
案ずよう
Υποθετική (ば)
案ずれば