あんしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εφεύρεση, επινόηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
案出する
Παρόν (ευγενικό)
案出します
Άρνηση (απλή)
案出しない
Άρνηση (ευγενική)
案出しません
Παρελθόν (απλό)
案出した
Παρελθόν (ευγενικό)
案出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
案出しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
案出しませんでした
Τε-μορφή
案出して
Δυνητική
案出できる
Προστακτική
案出しろ
Βουλητική
案出しよう
Υποθετική (ば)
案出すれば