Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
桎梏
しっこく
桎
桎
しっ
梏
こく
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
δεσμά, δεσμεύσεις