さくら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός επιτυγχάνω σε εξετάσεις

Κλίση

Παρόν (απλό)
桜咲く
Παρόν (ευγενικό)
桜咲きます
Άρνηση (απλή)
桜咲かない
Άρνηση (ευγενική)
桜咲きません
Παρελθόν (απλό)
桜咲いた
Παρελθόν (ευγενικό)
桜咲きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
桜咲かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
桜咲きませんでした
Τε-μορφή
桜咲いて
Δυνητική
桜咲ける
Προστακτική
桜咲け
Βουλητική
桜咲こう
Υποθετική (ば)
桜咲けば