さくら

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός αποτυγχάνω σε εξετάσεις
  2. 02 πέφτω (για τα πέταλα της κερασιάς)

Κλίση

Παρόν (απλό)
桜散る
Παρόν (ευγενικό)
桜散ります
Άρνηση (απλή)
桜散らない
Άρνηση (ευγενική)
桜散りません
Παρελθόν (απλό)
桜散った
Παρελθόν (ευγενικό)
桜散りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
桜散らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
桜散りませんでした
Τε-μορφή
桜散って
Δυνητική
桜散れる
Προστακτική
桜散れ
Βουλητική
桜散ろう
Υποθετική (ば)
桜散れば