梓に上せる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εκδίδω (ένα βιβλίο), κυκλοφορώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 梓に上せる
- Παρόν (ευγενικό)
- 梓に上せます
- Άρνηση (απλή)
- 梓に上せない
- Άρνηση (ευγενική)
- 梓に上せません
- Παρελθόν (απλό)
- 梓に上せた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 梓に上せました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 梓に上せなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 梓に上せませんでした
- Τε-μορφή
- 梓に上せて
- Δυνητική
- 梓に上せられる
- Προστακτική
- 梓に上せろ
- Βουλητική
- 梓に上せよう
- Υποθετική (ば)
- 梓に上せれば
- Υποθετική (たら)
- 梓に上せたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 梓に上せたい
- Απαγορευτική (~な)
- 梓に上せるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 梓に上せなさい
- Παθητική
- 梓に上せられる
- Αιτιατική
- 梓に上せさせる