梯子
ουσιαστικό, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ていし
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σκάλα
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σκάλες
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα μετάβαση σε πολλά μέρη διαδοχικά (π.χ. πηγαίνοντας από μπαρ σε μπαρ)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 梯子する
- Παρόν (ευγενικό)
- 梯子します
- Άρνηση (απλή)
- 梯子しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 梯子しません
- Παρελθόν (απλό)
- 梯子した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 梯子しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 梯子しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 梯子しませんでした
- Τε-μορφή
- 梯子して
- Δυνητική
- 梯子できる
- Προστακτική
- 梯子しろ
- Βουλητική
- 梯子しよう
- Υποθετική (ば)
- 梯子すれば
- Υποθετική (たら)
- 梯子したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 梯子したい
- Απαγορευτική (~な)
- 梯子するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 梯子しなさい
- Παθητική
- 梯子される
- Αιτιατική
- 梯子させる