梯子を外される
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός μένω ξεκρέμαστος, εγκαταλείπομαι από τους υποστηρικτές μου, χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου, μένω μετέωρος χωρίς βοήθεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 梯子を外される
- Παρόν (ευγενικό)
- 梯子を外されます
- Άρνηση (απλή)
- 梯子を外されない
- Άρνηση (ευγενική)
- 梯子を外されません
- Παρελθόν (απλό)
- 梯子を外された
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 梯子を外されました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 梯子を外されなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 梯子を外されませんでした
- Τε-μορφή
- 梯子を外されて
- Δυνητική
- 梯子を外されられる
- Προστακτική
- 梯子を外されろ
- Βουλητική
- 梯子を外されよう
- Υποθετική (ば)
- 梯子を外されれば
- Υποθετική (たら)
- 梯子を外されたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 梯子を外されたい
- Απαγορευτική (~な)
- 梯子を外されるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 梯子を外されなさい
- Παθητική
- 梯子を外されられる
- Αιτιατική
- 梯子を外されさせる