こう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο πακετάρω, συσκευάζω σε κιβώτιο, δεματοποιώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
梱る
Παρόν (ευγενικό)
梱ります
Άρνηση (απλή)
梱らない
Άρνηση (ευγενική)
梱りません
Παρελθόν (απλό)
梱った
Παρελθόν (ευγενικό)
梱りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
梱らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
梱りませんでした
Τε-μορφή
梱って
Δυνητική
梱れる
Προστακτική
梱れ
Βουλητική
梱ろう
Υποθετική (ば)
梱れば