きょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποστασία, απαρνήση (π.χ. μιας θρησκείας), εγκατάλειψη

Κλίση

Παρόν (απλό)
棄教する
Παρόν (ευγενικό)
棄教します
Άρνηση (απλή)
棄教しない
Άρνηση (ευγενική)
棄教しません
Παρελθόν (απλό)
棄教した
Παρελθόν (ευγενικό)
棄教しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
棄教しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
棄教しませんでした
Τε-μορφή
棄教して
Δυνητική
棄教できる
Προστακτική
棄教しろ
Βουλητική
棄教しよう
Υποθετική (ば)
棄教すれば