ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό διασπορά, διασκορπισμός (νησιών, πεσσών του Γκό κ.λπ., συχνά με αρμονική ισορροπία), αστερισμός, ακανόνιστη εξάπλωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
棋布する
Παρόν (ευγενικό)
棋布します
Άρνηση (απλή)
棋布しない
Άρνηση (ευγενική)
棋布しません
Παρελθόν (απλό)
棋布した
Παρελθόν (ευγενικό)
棋布しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
棋布しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
棋布しませんでした
Τε-μορφή
棋布して
Δυνητική
棋布できる
Προστακτική
棋布しろ
Βουλητική
棋布しよう
Υποθετική (ば)
棋布すれば