ぼう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαγραφή (ειδικότερα σε εγγραφή λογιστικού βιβλίου, αρχείου κ.λπ.), σβήσιμο με γραμμή, διαγράμμιση
  2. 02 ακύρωση (χρέους), διαγραφή χρέους
  3. 03 δήλωση φωνήεντος ως μακρού με τη χρήση ειδικού σημείου, σημείο μακρού φωνήεντος
  4. 04 διελκυστίνδα με χρήση κονταριού

Κλίση

Παρόν (απλό)
棒引きする
Παρόν (ευγενικό)
棒引きします
Άρνηση (απλή)
棒引きしない
Άρνηση (ευγενική)
棒引きしません
Παρελθόν (απλό)
棒引きした
Παρελθόν (ευγενικό)
棒引きしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
棒引きしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
棒引きしませんでした
Τε-μορφή
棒引きして
Δυνητική
棒引きできる
Προστακτική
棒引きしろ
Βουλητική
棒引きしよう
Υποθετική (ば)
棒引きすれば