棚上げ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παραπομπή στις καλένδες, αναβολή (θέματος, σχεδίου κ.λπ.), παραμερισμός, πάγωμα
- 02 απόσυρση (αγαθών) από την αγορά (για τη ρύθμιση της ισορροπίας προσφοράς και ζήτησης)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 棚上げする
- Παρόν (ευγενικό)
- 棚上げします
- Άρνηση (απλή)
- 棚上げしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 棚上げしません
- Παρελθόν (απλό)
- 棚上げした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 棚上げしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 棚上げしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 棚上げしませんでした
- Τε-μορφή
- 棚上げして
- Δυνητική
- 棚上げできる
- Προστακτική
- 棚上げしろ
- Βουλητική
- 棚上げしよう
- Υποθετική (ば)
- 棚上げすれば
- Υποθετική (たら)
- 棚上げしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 棚上げしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 棚上げするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 棚上げしなさい
- Παθητική
- 棚上げされる
- Αιτιατική
- 棚上げさせる