棚引く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα απλώνεται (για καπνό, σύννεφα κ.λπ.), κρέμεται (για ομίχλη, αχλύ κ.λπ.), εκτείνεται (πάνω από), παραμένει, κυματίζει (π.χ. για μαλλιά στον άνεμο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 棚引く
- Παρόν (ευγενικό)
- 棚引きます
- Άρνηση (απλή)
- 棚引かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 棚引きません
- Παρελθόν (απλό)
- 棚引いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 棚引きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 棚引かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 棚引きませんでした
- Τε-μορφή
- 棚引いて
- Δυνητική
- 棚引ける
- Προστακτική
- 棚引け
- Βουλητική
- 棚引こう
- Υποθετική (ば)
- 棚引けば
- Υποθετική (たら)
- 棚引いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 棚引きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 棚引くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 棚引きなさい
- Παθητική
- 棚引かれる
- Αιτιατική
- 棚引かせる