たな

ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ράφι, περβάζι, σχάρα
  2. 02 πέργκολα, κληματαριά

Παραδείγματα

  • たながあります。

    Υπάρχει ένα ράφι.

  • ほんたなきます。

    Βάζω τα βιβλία στο ράφι.

  • ふる書類しょるい一番上いちばんうえたなにまとめて保管ほかんしてあります。

    Τα παλιά έγγραφα είναι αποθηκευμένα όλα μαζί στο πάνω ράφι.