ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικολογικός διαχωρισμός ενδιαιτημάτων
  2. 02 διαμερισματοποίηση, διαχωρισμός, απομόνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
棲み分けする
Παρόν (ευγενικό)
棲み分けします
Άρνηση (απλή)
棲み分けしない
Άρνηση (ευγενική)
棲み分けしません
Παρελθόν (απλό)
棲み分けした
Παρελθόν (ευγενικό)
棲み分けしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
棲み分けしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
棲み分けしませんでした
Τε-μορφή
棲み分けして
Δυνητική
棲み分けできる
Προστακτική
棲み分けしろ
Βουλητική
棲み分けしよう
Υποθετική (ば)
棲み分けすれば