せい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο διαβιώ ήσυχα, αποσύρομαι στην ύπαιθρο
  2. 02 απαρχαιωμένο εξοχική κατοικία

Κλίση

Παρόν (απλό)
棲遅する
Παρόν (ευγενικό)
棲遅します
Άρνηση (απλή)
棲遅しない
Άρνηση (ευγενική)
棲遅しません
Παρελθόν (απλό)
棲遅した
Παρελθόν (ευγενικό)
棲遅しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
棲遅しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
棲遅しませんでした
Τε-μορφή
棲遅して
Δυνητική
棲遅できる
Προστακτική
棲遅しろ
Βουλητική
棲遅しよう
Υποθετική (ば)
棲遅すれば