さおさす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κωπηλατώ με κοντάρι, προωθώ βάρκα με κοντάρι
  2. 02 πλέω με το ρεύμα, ακολουθώ το ρεύμα (ή την εποχή)
  3. 03 πλέω αντίθετα στο ρεύμα, κινούμαι κόντρα στο ρεύμα

Κλίση

Παρόν (απλό)
棹さす
Παρόν (ευγενικό)
棹さします
Άρνηση (απλή)
棹ささない
Άρνηση (ευγενική)
棹さしません
Παρελθόν (απλό)
棹さした
Παρελθόν (ευγενικό)
棹さしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
棹ささなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
棹さしませんでした
Τε-μορφή
棹さして
Δυνητική
棹させる
Προστακτική
棹させ
Βουλητική
棹さそう
Υποθετική (ば)
棹させば