える

ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυτεύω, καλλιεργώ, αναπτύσσω
  2. 02 εισάγω, μεταφυτεύω, εμφυτεύω, στοιχειοθετώ (τυπογραφικά στοιχεία)
  3. 03 εμβολιάζω (π.χ. έναν μολυσματικό παράγοντα)
  4. 04 εμφυσώ (ιδέα, αξία κ.λπ.), ενσταλάζω

Παραδείγματα

  • える

    Φυτεύω ένα δέντρο.

  • にわにたくさんのはなえました

    Φύτεψα πολλά λουλούδια στον κήπο.

  • 子供こどもたちのこころ平和へいわ大切たいせつさをえることが、わたしたちの使命しめいです。

    Είναι αποστολή μας να εμφυσήσουμε στις καρδιές των παιδιών τη σημασία της ειρήνης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
植える
Παρόν (ευγενικό)
植えます
Άρνηση (απλή)
植えない
Άρνηση (ευγενική)
植えません
Παρελθόν (απλό)
植えた
Παρελθόν (ευγενικό)
植えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
植えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
植えませんでした
Τε-μορφή
植えて
Δυνητική
植えられる
Προστακτική
植えろ
Βουλητική
植えよう
Υποθετική (ば)
植えれば