ける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φυτεύω, μεταφυτεύω
  2. 02 εμφυσώ, ενσταλάζω (ιδέα, συναίσθημα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
植え付ける
Παρόν (ευγενικό)
植え付けます
Άρνηση (απλή)
植え付けない
Άρνηση (ευγενική)
植え付けません
Παρελθόν (απλό)
植え付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
植え付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
植え付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
植え付けませんでした
Τε-μορφή
植え付けて
Δυνητική
植え付けられる
Προστακτική
植え付けろ
Βουλητική
植え付けよう
Υποθετική (ば)
植え付ければ