けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κτηματολογική καταμέτρηση, χωρομέτρηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
検地する
Παρόν (ευγενικό)
検地します
Άρνηση (απλή)
検地しない
Άρνηση (ευγενική)
検地しません
Παρελθόν (απλό)
検地した
Παρελθόν (ευγενικό)
検地しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
検地しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
検地しませんでした
Τε-μορφή
検地して
Δυνητική
検地できる
Προστακτική
検地しろ
Βουλητική
検地しよう
Υποθετική (ば)
検地すれば