けんさつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ποινική έρευνα, δίωξη
  2. 02 απαρχαιωμένο εξέταση, έρευνα, διερεύνηση

Παραδείγματα

  • 検察けんさつ調しらべます。

    Η εισαγγελία ερευνά.

  • 検察けんさつ事件じけん捜査そうさしています。

    Οι εισαγγελείς ερευνούν την υπόθεση.

  • 市民しみんたちは、その汚職おしょく事件じけんについて検察けんさつ徹底的てっていてき捜査そうさもとめています。

    Οι πολίτες ζητούν από την εισαγγελία να διερευνήσει διεξοδικά την υπόθεση διαφθοράς.

Κλίση

Παρόν (απλό)
検察する
Παρόν (ευγενικό)
検察します
Άρνηση (απλή)
検察しない
Άρνηση (ευγενική)
検察しません
Παρελθόν (απλό)
検察した
Παρελθόν (ευγενικό)
検察しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
検察しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
検察しませんでした
Τε-μορφή
検察して
Δυνητική
検察できる
Προστακτική
検察しろ
Βουλητική
検察しよう
Υποθετική (ば)
検察すれば