検案
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιατροδικαστική εξέταση πτώματος για τον προσδιορισμό του χρόνου και της αιτίας θανάτου (διενεργείται από γιατρό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 検案する
- Παρόν (ευγενικό)
- 検案します
- Άρνηση (απλή)
- 検案しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 検案しません
- Παρελθόν (απλό)
- 検案した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 検案しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 検案しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 検案しませんでした
- Τε-μορφή
- 検案して
- Δυνητική
- 検案できる
- Προστακτική
- 検案しろ
- Βουλητική
- 検案しよう
- Υποθετική (ば)
- 検案すれば
- Υποθετική (たら)
- 検案したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 検案したい
- Απαγορευτική (~な)
- 検案するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 検案しなさい
- Παθητική
- 検案される
- Αιτιατική
- 検案させる