けん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανίχνευση (π.χ. ραδιοκυμάτων), εντοπισμός
  2. 02 αποδιαμόρφωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
検波する
Παρόν (ευγενικό)
検波します
Άρνηση (απλή)
検波しない
Άρνηση (ευγενική)
検波しません
Παρελθόν (απλό)
検波した
Παρελθόν (ευγενικό)
検波しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
検波しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
検波しませんでした
Τε-μορφή
検波して
Δυνητική
検波できる
Προστακτική
検波しろ
Βουλητική
検波しよう
Υποθετική (ば)
検波すれば