けんしん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο επαλήθευση της γνησιότητας ενός εγγράφου (π.χ. μέσω σφραγίδας ή χειρόγραφου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
検真する
Παρόν (ευγενικό)
検真します
Άρνηση (απλή)
検真しない
Άρνηση (ευγενική)
検真しません
Παρελθόν (απλό)
検真した
Παρελθόν (ευγενικό)
検真しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
検真しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
検真しませんでした
Τε-μορφή
検真して
Δυνητική
検真できる
Προστακτική
検真しろ
Βουλητική
検真しよう
Υποθετική (ば)
検真すれば