けんさく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναζήτηση (π.χ. λέξης σε λεξικό, στο διαδίκτυο), ψάξιμο, ανάκτηση (πληροφοριών), παραπομπή

Παραδείγματα

  • インターネットで検索けんさくします

    Θα ψάξω στο ίντερνετ.

  • わからない言葉ことばがあったら、すぐにインターネットで検索けんさくするべきです。

    Αν υπάρχει κάποια λέξη που δεν ξέρεις, πρέπει να την ψάξεις αμέσως στο διαδίκτυο.

  • 膨大ぼうだい情報じょうほうなかから必要ひつようなデータをつけすためには、効率的こうりつてき検索方法けんさくほうほうまなぶことが不可欠ふかけつです。

    Για να βρεις τα απαραίτητα δεδομένα μέσα από ένα τεράστιο όγκο πληροφοριών, είναι απαραίτητο να μάθεις αποτελεσματικούς τρόπους αναζήτησης.

Κλίση

Παρόν (απλό)
検索する
Παρόν (ευγενικό)
検索します
Άρνηση (απλή)
検索しない
Άρνηση (ευγενική)
検索しません
Παρελθόν (απλό)
検索した
Παρελθόν (ευγενικό)
検索しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
検索しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
検索しませんでした
Τε-μορφή
検索して
Δυνητική
検索できる
Προστακτική
検索しろ
Βουλητική
検索しよう
Υποθετική (ば)
検索すれば