検けん視し

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 νεκροψία, εξέταση πτώματος (για εξακρίβωση εγκλήματος)
  2. 02 διερεύνηση, έρευνα (π.χ. τόπου εγκλήματος)

Παραδείγματα

  • 警察けいさつが検視けんしをしました。

    Η αστυνομία διενήργησε την εξέταση.

  • 事件現場じけんげんばで警察官けいさつかんが遺体いたいの検視けんしを行おこないました。

    Στον τόπο του εγκλήματος, ο αστυνομικός διενήργησε αυτοψία στο πτώμα.

  • 検視けんしの結果けっか、死因しいんは特定とくていされたものの、事件性じけんせいの有無うむについてはさらなる捜査そうさが必要ひつようとされた。

    Αν και από την αυτοψία διαπιστώθηκε η αιτία θανάτου, κρίθηκε απαραίτητη περαιτέρω έρευνα για το ενδεχόμενο εγκληματικής ενέργειας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
検視する
Παρόν (ευγενικό)
検視します
Άρνηση (απλή)
検視しない
Άρνηση (ευγενική)
検視しません
Παρελθόν (απλό)
検視した
Παρελθόν (ευγενικό)
検視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
検視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
検視しませんでした
Τε-μορφή
検視して
Δυνητική
検視できる
Προστακτική
検視しろ
Βουλητική
検視しよう
Υποθετική (ば)
検視すれば